Μ. Πλέσσας - Η αλήθεια, όσο επίπονη κι αν είναι, είναι το καλύτερο δώρο

Μίμης Πλέσσας

Ο Μίμης Πλέσσας σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη θυμάται τα παιδικά του χρόνια, τις εμπειρίες που τον ενέπνευσαν και τον καθόρισαν ως μουσικό αλλά και τη συμβολή του στον ελληνικό κινηματογράφο.

Συνέντευξη στον Πέτρο Κατσουρίδη

 

Πείτε μας λίγα λόγια για τα πρώτα χρόνια της ζωής σας

Γεννήθηκα πριν από πολλά χρόνια κοντά στην Πατησίων, και συγκεκριμένα στην οδό Ηρακλείου 14, πίσω από το υπέροχο Αρχαιολογικό Μουσείο. Η εποχή εκείνη ήταν μέσα στη φτώχεια, εικόνες άσχημες, δύσκολες, με εμπόδια πολλά, για γερά στομάχια. Εγώ και η οικογένειά μου μέναμε σε ένα σπίτι νεοκλασικό μιας περιοχής της Αθήνας με έντονο το ταξικό στοιχείο, που απέπνεε αυτό το νοσταλγικό αίσθημα της γειτονιάς.

Την περίοδο της Κατοχής ήμουν έφηβος. Όπως και άλλοι άνθρωποι της ηλικίας μου, στερηθήκαμε πολλά. Δεν είχαμε τις πολυτέλειες του σήμερα, δεν είχαμε πράγματα που θεωρούν δεδομένα οι άνθρωποι της εποχής. Το όνειρο τότε ενός παιδιού ήταν ένα ζευγάρι καινούρια παπούτσια, ένα καινούριο παιχνίδι ή, στην περίπτωσή μου, ένα απλό ποδήλατο. Άλλες εποχές. Λιγότερο ευτυχισμένες, λιγότερο άνετες, αλλά πολύ περισσότερο αληθινές, αυθεντικές. 

Μίμης Πλέσσας

Πώς ξεκίνησε αυτό το μαγικό και πραγματικά αξιοθαύμαστο μουσικό σας ταξίδι; Γεννηθήκατε μουσικός ή γίνατε στην πορεία;

Θα σου πω... Είχε πεθάνει η γιαγιά μου... Η μητέρα μου, αυστηρή αρχόντισσα, γεννημένη στη Χάλκη, λόγω πένθους, μεταξύ των άλλων, αποφάσισε να σιγήσει το σπίτι και να μην ακούγεται μουσική πουθενά. Το να μην ακούω μουσική με σκότωνε. Εγώ από μικρός τραγουδούσα τη χαρά και τη λύπη μου. Όχι όμως με τη φωνή μου, γιατί δεν είχα καλή φωνή. Έβγαινε από μέσα μου μια μελωδία, δεν ξέρω πώς, αλλά έβγαινε. Η μητέρα μου δεν καταδεχόταν να γίνω μουσικός.

Μια μέρα ήρθε στο σπίτι η δεύτερη ξαδέλφη της μητέρας μου, η Κάκια Κηφιώτη. Άνοιξε το μαύρο πιάνο και έπαιξε. Εγώ εκστασιάστηκα. Όταν τη ρώτησα τι είναι αυτό, μου είπε πως τώρα πια ο καθένας μπορεί να παίζει ελεύθερα, να αυτοσχεδιάζει, να βγάζει την ψυχή του με τη μουσική και να παίζει τζαζ! Εκείνη η στιγμή υπήρξε καθοριστική στη ζωή μου. Ήταν η αφετηρία της μεγάλης μου αγάπης για τη μουσική.

Η μουσική σας στον ελληνικό κινηματογράφο αποτέλεσε πολλές φορές κύριο λόγο επιτυχίας για πολλές ταινίες. Με ποιον τρόπο δημιουργούσατε για την εκάστοτε ταινία;

Εδώ πρέπει να πω πως το μεγάλο σχολείο ήταν ο Φίνος. Πριν από αυτό είχα ξεκινήσει να κάνω μαθήματα με τον μεγάλο δάσκαλο Γιάννη Παπαϊωάννου, μιας και αποφάσισα πως θα ζήσω από τη μουσική. Αντί όμως να του πάω λυμένες τις ασκήσεις που μου είχε βάλει, πήγα με ένα μαγνητόφωνο και μια κορδέλα με ένα αντίγραφο της μουσικής που είχα γράψει για την ταινία του Ντίνου Κατσουρίδη «Έγκλημα στα παρασκήνια».

Εκείνος, όταν το άκουσε, με αγκάλιασε και μου είπε: «Μίμη, δεν θέλω να ξανάρθεις για μάθημα» και βλέποντας την απογοήτευση στα μάτια μου είπε: «Φοβάμαι πως οποιαδήποτε σπουδή θα σου στερήσει αυτή τη μοναδικότητα που έχεις να μπορείς, χωρίς να χρειάζεται να μάθεις, να μιλάς κάθε είδος μουσικής».

Στην αρχή ο Φίνος δεν με ήθελε. Με φοβόταν. Όταν όμως ο αξέχαστος Αλέκος Σακελλάριος επέμενε να γράψω τη μουσική για την ταινία του «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», δεν μπόρεσε να αρνηθεί. Κάθε ταινία με ενέπνεε με τον τρόπο της και έγραφα γι’ αυτήν. Γι’ αυτό δεν τυποποιήθηκα σε ένα είδος. Με ζητούσαν ως κατάλληλο συνθέτη τόσο για μια κωμωδία, ένα δράμα όσο και για ένα αστυνομικό φιλμ.

Οι επιτυχίες και τα συνθετικά σας δημιουργήματα, αναρίθμητα. Αν θα έπρεπε να διαλέξετε, ποια τραγούδια / κομμάτια σας θα ξεχωρίζατε;

Είναι δύσκολο να απαντήσω σε αυτό. Τόσα τραγούδια, τόσες συνθέσεις για τον κινηματογράφο, τραγούδια για το ραδιόφωνο που αγάπησα, σχεδόν όλο το μουσικό στερέωμα που συνεργάστηκα και τραγούδησε τα τραγούδια μου, θα ήταν άδικο να ξεχωρίσω κάποια. Η αλήθεια είναι πάντως πως έχω μια αδυναμία στο «Ποιος το ξέρει» και στο «Έπεσε βαθιά σιωπή».

Υπήρξαν άνθρωποι καταλυτικοί στη μουσική σας σταδιοδρομία; Τι γνώμη έχετε για τη δισκογραφία και τα κυκλώματα;

Τα κυκλώματα, τα συμβόλαια και οι εταιρείες ήταν πάντοτε κάτι εντελώς αντίθετο από τη δική μου ψυχοσύνθεση. Εκτός κυκλωμάτων, πολιτικών σκοπιμοτήτων και δισκογραφίας ο δρόμος δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα, όμως, ευτυχώς, δεν αποτέλεσαν τροχοπέδη για την καριέρα μου.

Η ζωή δεν είναι πάντα καλή. Λυκοφιλίες και στεναχώριες με στιγμάτισαν. Και εγώ ίσως υπήρξα άδικος, σκληρός. Όταν μεγαλώνεις, την κάνεις την αυτοκριτική σου, δέχεσαι τα λάθη σου, αλλά οφείλεις να συγχωρέσεις τον εαυτό σου, στο κάτω κάτω άνθρωποι είμαστε, γεμάτοι ατέλειες και πάθη. Μέσω όμως όλων αυτών των εμπειριών έγινα ο Μίμης Πλέσσας. Οι στιγμές μετουσιώθηκαν σε μελωδίες, οι σκέψεις σε νότες και οι πληγές σε τραγούδια ολοκληρωμένα.

Μια συμβουλή που έχω να δώσω είναι ότι η αλήθεια, όσο επίπονη και σκληρή κι αν είναι, είναι το καλύτερο δώρο. Ποτέ μου δεν μπορούσα να πω ψέματα, ούτε για λόγο κακό αλλά ούτε για διπλωματία, για να μη στεναχωρήσω κάποιον. Ίσως και γι’ αυτόν τον λόγο είχα λίγους ανθρώπους στη ζωή μου. Αυτοί οι άνθρωποι γνώριζαν τον Μίμη με την καλή και την ανάποδη. Ήξεραν ότι ο καλός μου λόγος δεν είχε σκοπιμότητα, ότι μπροστά τους ήμουν ελεύθερος, χωρίς μάσκες, χωρίς ψέματα.

Τι έκανες στον Πόλεμο Θανάση

Στην ταινία του Ντίνου Κατσουρίδη «Θανάση πάρε το όπλο σου», η μουσική υπόκρουση της ταινίας αποτελούσε πρωτοπορία για την εποχή. Πώς καταφέρατε να κάνετε κάτι τόσο καινοτόμο; Ποια ήταν τα ερεθίσματα;

Πρέπει πρώτα από όλα να συνειδητοποιήσουμε την πέτρινη εποχή που γυρίστηκε αυτή η ταινία. Λογοκρισία και σκληρό κυνηγητό στον ελεύθερο καλλιτεχνικό λόγο. Συναντηθήκαμε με τον Ντίνο, θαρραλέοι και οι δυο, και αποφασίσαμε να συνεργαστούμε, μεσούσης της χούντας, στην αντιφασιστική αυτή ταινία. Με μια ανθρώπινη φωνή και ένα φλάουτο κατάφερα να κάνω μια μουσική, που όταν τη «φόρεσε» ο Ντίνος στο μοντάζ, ήταν εκείνο ακριβώς που χρειαζόταν, ούτε μισή νότα περισσότερη ούτε μισή λιγότερη.

Πού σας βρίσκουμε τώρα; Η μουσική συνεχίζει να αποτελεί το οξυγόνο της ζωής σας;

Η μουσική δεν τελειώνει ποτέ. Το οξυγόνο της ζωής μου όμως ήταν και είναι η σύντροφός μου, η Λουκίλα! Θυμάμαι με συγκίνηση και αγάπη τη μέρα που γνωριστήκαμε. Παίζαμε για δεύτερη χρονιά στο «Michel», τον Δεκέμβριο του 1986. Δυο αγαπημένοι φίλοι, ο Ερρίκος και η Νταίζη Καρέρ, ήρθαν με τα παιδιά τους να μας ακούσουν. Η μεγαλύτερή τους κόρη είχε γενέθλια. Ίδια μέρα με την αδελφή μου... Ήταν η Λουκίλα, η σημερινή μου γυναίκα. Όσο για το πού βρίσκομαι… Είμαι πλήρης από μουσικές, γεγονότα, εμπειρίες. Ευτυχής από την αγάπη του κόσμου, των φίλων, της αγαπημένης μου Λουκίλας και της υπέροχης κόρης που μου χάρισε, της Ελεάνας.

Και κάτι τελευταίο... Δεν με τρομάζει ο θάνατος, διότι έχω συμφιλιωθεί απόλυτα μαζί του.

 

 

Πώς σας φάνηκε αυτό το άρθρο;

  • Διαφωνώ απόλυτα
  • Συμφωνώ απόλυτα